ἐραστός

ἐραστός
beloved
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἔραστος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εραστός — I Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου και οικονόμος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Διετέλεσε επίσκοπος της Πονεάδας. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Νοεμβρίου. II (4ος αι. π.Χ.). Φιλόσοφος. Οπαδός της Ακαδημίας,… …   Dictionary of Greek

  • ἐραστόν — ἐραστός beloved masc acc sg ἐραστός beloved neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστοί — ἐραστός beloved masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστούς — ἐραστός beloved masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστή — ἐραστός beloved fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστῶς — ἐραστός beloved adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστῷ — ἐραστός beloved masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐραστότερα — ἐραστός beloved neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐράστου — Ἔραστος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.